Σύνδρομο Καρπιαίου Σωλήνα
Το σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα προκαλείται από την αυξανόμενη πίεση στο μέσο νεύρο που εισέρχεται στο χέρι μέσω του περιορισμένου διαστήματος του καρπιαίου σωλήνα. Αποτελεί μια κοινή αιτία μουδιάσματος και πόνου των χεριών η οποία συνήθως ξυπνάει τον ασθενή το βράδυ και τον αναγκάζει να το τινάζει προκειμένου να φύγουν τα βελονιάσματα και να μειωθεί ο πόνος.
Αποτελεί την πιο συχνή περιφερική συμπιεστική νευροπάθεια που καλούμαστε να θεραπεύσουμε είτε συντηρητικά είτε χειρουργικά (5% του πληθυσμού). Περιγράφηκε πρώτη φορά το 1854 από τον Sir James Paget, ενώ το 1933 ο Sir James Learmoth έκανε την πρώτη επέμβαση.

Εικόνα 1: Περιοχή πόνου και μουδιάσματος όταν κάποιος πάσχει από ΣΚΣ
Συνήθως η κίνηση αυτή έχει αποτέλεσμα γιατί έτσι βελτιώνεται η κυκλοφορία στο τμήμα αυτό του χεριού και τα συμπτώματα μειώνονται. Στην εξέλιξη τα ενοχλήματα εμφανίζονται και την ημέρα. Οι αιμωδίες εμφανίζονται στα 3½ πρώτα δάκτυλα. Εάν προχωρήσει και άλλο το σύνδρομο, τότε εγκαθίσταται μυική αδυναμία, ενώ οι καθημερινές δραστηριότητες μπορεί να γίνουν ανυπόφορες, όπως το κούμπωμα των κουμπιών, η οδήγηση , το πιστολάκι ,το γράψιμο, κ.λ.π.. Αυτά τα συμπτώματα μπορούν να οδηγήσουν να σας πέφτουν πράγματα. Εάν η κατάσταση είναι πολύ σοβαρή και παραμελημένη μπορεί να έχουμε ατροφία των μυών της παλάμης .
Σύνδρομο Καρπιαίου Σωλήνα – Ανατομία
Ο καρπιαίος σωλήνας είναι μια στενή, σήραγγα στον καρπό Εικ.2. Το κατώτατο σημείο και οι πλευρές αυτής της σήραγγας διαμορφώνονται από τα οστάρια των καρπών. Η κορυφή της σήραγγας καλύπτεται από μια ισχυρή ζώνη συνδετικού ιστού, που αποκαλείται εγκάρσιος σύνδεσμος.
Το μέσο νεύρο ξεκινάει από το ύψος της μασχάλης, προχωράει στο αντιβράχιο και στο χέρι μέσω αυτής της σήραγγας στον καρπό. Οι τένοντες που κάμπτουν τα δάχτυλα και τον αντίχειρα ταξιδεύουν επίσης σε αυτήν την σήραγγα. Η αύξηση της πίεσης εντός του σωλήνος πάνω από 30mmHg προκαλεί ισχαιμία στο νεύρο, απομυελίνωσή του και έναρξη των συμπτωμάτων της νόσου.

Εικόνα 2: Ανατομικά στοιχεία καρπιαίου σωλήνα
Σύνδρομο Καρπιαίου Σωλήνα – Αίτια και Προδιαθεσικοί Παράγοντες
Υπάρχουν πολλές αιτίες για την εμφάνιση του.
- Η κληρονομικότητα είναι ο σημαντικότερος παράγοντας.
- Επαναλαμβανόμενες κινήσεις των χεριών ή του καρπού. Δηλαδή η ίδια κίνηση όταν επαναλαμβάνεται επανειλημμένως κατά τη διάρκεια μιας πολύ μακριάς χρονικής περιόδου (γράψιμο, τένις, κτλ).
- Ορμονικές αλλαγές σχετικές με την εγκυμοσύνη και την εμμηνόπαυση.
- Φυσικές καταστάσεις, συμπεριλαμβανομένου του Σακχαρώδη Διαβήτη, Ρευματοειδής Αρθρίτιδα και διαταραχή Θυρεοειδικών Ορμονών.
- Παλαιά κατάγματα, Ανώμαλες μυϊκές μάζες, όγκοι, Υπερτροφικοί ιστοί, Γάγγλια, Κληρονομικότητα (25%), Αλκοολισμός, Νεφρική ανεπάρκεια
Σε μερικές περιπτώσεις συνδρόμου καρπιαίου σωλήνα, δεν υπάρχει καμία γνωστή αιτία (ιδιοπαθής). Το σύνδρομο εμφανίζεται συχνότερα σε εργάτες, αγρότες, ταμίες, γραμματείς και σε όσους υποβάλλονται σε δονήσεις και επαναλαμβανόμενες κινήσεις. Φαίνεται πως οι γυναίκες 30-60 ετών εμφανίζουν πιο συχνά το σύνδρομο, και σε αναλογία 5 προς 1 σε σχέση με τους άνδρες, ενώ 33% περίπου εμφανίζεται και στα δύο χέρια.
Σύνδρομο Καρπιαίου Σωλήνα – Παθήσεις που το μιμούνται
Στη διάγνωσή μας λαμβάνουμε πάντα υπόψη παθήσεις που μιμούνται το σύνδρομο:
- Αυχενική Δισκοκήλη Α6-Α7
- Tενοντίτιδα
- Αρθρίτιδα καρπού
- Διαβητική νευροπάθεια
- Σύνδρομο Άνω Θωρακικού στομίου
- Κυκλοφορικές διαταραχές
- Κακοήθεια άνω λοβού πνέυμονα
- Στηθάγχη (όταν αφορά το αριστερό χέρι) .
Σύνδρομο Καρπιαίου Σωλήνα – Διάγνωση και Εξετάσεις
Υπάρχουν διάφορες κλινικές δοκιμασίες (Phallen Εικ.3 , Tinnel , Durcan , κ.λ.π) , που σε συνδυασμό με το ιστορικό , θέτουν τη διάγνωση με ακρίβεια άνω του 90%. Επιπλέον το ηλεκτρονευρογράφημα και το ηλεκτρομυογράφημα συμπληρώνουν με την καταγραφή παραμέτρων που αφορούν την αγωγιμότητα του νεύρου και το βαθμό της βλάβης και βοηθάνε στη διαφορική διάγνωση από άλλες παθήσεις που μιμούνται το σύνδρομο αυτό.

Εικόνα 3 : Phallen test
Σύνδρομο Καρπιαίου Σωλήνα – Μέθοδοι Θεραπείας
Σύνδρομο Καρπιαίου Σωλήνα – Συντηρητική Θεραπεία
Όταν ο ασθενής προσέρχεται στην αρχική φάση, συνήθως τους 6 πρώτους μήνες, τότε πιθανότατα έχει θέση η συντηρητική αγωγή. Αυτή περιλαμβάνει φαρμακευτική αγωγή με αντιφλεγμονώδη, βιταμίνες καθώς και ειδικούς νυχτερινούς νάρθηκες που εμποδίζουν το καρπό να πάρει θέση τέτοια που προκαλεί συμπτώματα. Οι ενέσεις κορτιζόνης επιφέρουν βελτίωση του πόνου με παροδικό χαρακτήρα. Μεγάλο μέρος της συζήτησής μας με τους ασθενείς μας αφορούν τη τροποποίηση των εργασιακών συνηθειών, (εργονομικά πληκτρολόγια, ρύθμιση καρέκλας και καρπών, πολλά διαλλείματα στην εργασία, ασκήσεις ελαστικότητας).
Σύνδρομο Καρπιαίου Σωλήνα – Χειρουργική Θεραπεία
Η χειρουργική επέμβαση μπορεί να εξεταστεί σαν ενδεχόμενη θεραπεία εάν το σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα συνεχίζει να σας ενοχλεί παρά τη συντηρητική αγωγή. Η απόφαση για χειρουργική επέμβαση είναι βασισμένη συνήθως στη δριμύτητα των συμπτωμάτων αλλά και τις ηλεκτροφυσιολογικές μελέτες . Στην απόφαση σας χρήσιμο είναι να γνωρίζεται ότι οι επεμβάσεις αποσυμπίεσης νεύρων ή νευρικών ριζών όπου και αν γίνονται (σπονδυλική στήλη, αγκώνας, καρπός, μηρός, ποδοκνημική και αλλού) εφόσον έχουν επιτυχία μπορούν να εξασφαλίσουν τη μη επιδείνωση των συμπτωμάτων. Αν το νεύρο δεν πιέζεται για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν έχει υποστεί τροφικές αλλαγές και οι πιθανότητες για πλήρη ανάνηψη είναι πολύ καλές, ενώ αντίθετα αν λόγω μακροχρόνιας πίεσης έχει υποστεί τροφικές αλλαγές η ανάνηψη είναι απρόβλεπτη, αβέβαιη και συνήθως όχι πλήρης. Γίνεται τομή δέρματος στην περιοχή της παλάμης μήκους 2 εκατοστών και στην συνέχεια διατομή του εγκαρσίου συνδέσμου στην οροφή του καρπιαίου σωλήνα. Ελέγχεται το νεύρο, ενώ μπορεί να γίνει και επινευρόλυση (καθαρισμός του νεύρου από συμφύσεις). Η επέμβαση γίνεται με τοπική νάρκωση και διαρκεί 10-15 λεπτά περίπου, ενώ ο ασθενής φεύγει για το σπίτι του αμέσως μετά.
Σύνδρομο Καρπιαίου Σωλήνα – Μετεγχειρητική πορεία
- Βαμβακερή επίδεση και ανάρτηση για 1-2 ημέρες και στη συνέχεια χρήση χεριού για απλές καθημερινές πράξεις χωρίς να έρθει το τραύμα σε επαφή με το νερό.
- Αλλαγή τραύματος 5-7 μέρες μετά την επέμβαση
- Αποφυγή βάρους τις πρώτες 3-4 εβδομάδες, ενώ εκτελούμε πρόγραμμα ασκήσεων
- Κοπή ραμμάτων στις 15 ημέρες περίπου
Σύνδρομο Καρπιαίου Σωλήνα – Πιθανές Επιπλοκές
Οι ελάχιστες επιπλοκές που μπορεί να συμβούν περιλαμβάνουν τραύμα στο νεύρο ή σε κλάδους του, ατελή διάνοιξη του σωλήνα, καθώς και καθυστερημένη αποδρομή των ενοχλημάτων ιδίως εάν τα ενοχλήματα ήταν για πολύ μεγάλο διάστημα ή είχανε εγκατασταθεί ήδη μυϊκές ατροφίες στους μυς του Θέναρος . Η πλήρης αποκατάσταση μπορεί να πάρει μέχρι ένα έτος. Εάν σημαντικός πόνος και αδυναμία συνεχίζονται για περισσότερο από 2 μήνες, ο γιατρός σας μπορεί να σας συστήσει φυσιοθεραπευτική αγωγή. Η αποκατάσταση είναι πιο αργή και λιγότερο προβλέψιμη για τις σοβαρότερες περιπτώσεις
Ο εξειδικευμένος ορθοπεδικός χειρουργός Ιωάννης Τσαπακίδης θα σας βοηθήσει να επιλέξετε τη μέθοδο που ταιριάζει στην περίπτωσή σας και θα λύσει όλες σας τις απορίες.
Επιτρέπεται να οδηγώ ή υπάρχει κίνδυνος να χάσω δύναμη και να μην ελέγχω το τιμόνι, εάν έχω σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα;
Η οδήγηση σε ασθενείς με σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα επιτρέπεται, ωστόσο απαιτείται προσοχή, καθώς η αιμωδία και η μυϊκή αδυναμία που προκαλεί η πίεση του μέσου νεύρου μπορεί να επηρεάσουν τον έλεγχο και τη σταθερότητα της λαβής στο τιμόνι. Η παρατεταμένη κάμψη του καρπού και οι κραδασμοί κατά την οδήγηση ενδέχεται να επιδεινώσουν τα συμπτώματα, προκαλώντας πρόσκαιρη απώλεια αισθητικότητας. Συνιστάται η αποφυγή παρατεταμένης οδήγησης, η χρήση εργονομικών βοηθημάτων και η ιατρική αξιολόγηση της λειτουργικής ικανότητας του άκρου.
Αν χρειαστεί χειρουργείο, πόσο καιρό θα διαρκέσει η ανάρρωση και πότε θα μπορώ να χρησιμοποιώ ξανά το χέρι μου;
Μετά τη χειρουργική αποσυμπίεση του μέσου νεύρου, η μετεγχειρητική αποκατάσταση είναι συνήθως ταχεία και εξελίσσεται σταδιακά, ανάλογα με τη βαρύτητα της βλάβης και τη διάρκεια των συμπτωμάτων. Ο ασθενής μπορεί να κινεί τα δάχτυλα άμεσα μετά την επέμβαση, προκειμένου να διατηρηθεί η κινητικότητά τους και να αποφευχθεί το οίδημα. Αμέσως μετά το χειρουργείο, το οποίο γίνεται με τοπική και είναι διάρκειας 5-7 λεπτά, είναι πλήρως λειτουργικός, κινεί κανονικά τα δάκτυλα, απλά δεν κάνει βαρείες εργασίες. Η δυνατότητα να κάνει βαρείες εργασίες χωρίς πρόβλημα, δίνεται περίπου 3 έως 4 εβδομάδων μετά τη χειρουργική αποκατάσταση.
Σε επαγγέλματα ή δραστηριότητες που απαιτούν έντονη χειρωνακτική εργασία, το διάστημα επανόδου μπορεί να παραταθεί έως και 6 εβδομάδες. Σε σπάνιες περιπτώσεις χρειάζονται φυσικοθεραπείες για την επιτυχή και ασφαλή επάνοδο στη λειτουργική χρήση του άκρου.
Μπορώ να συνεχίσω να γυμνάζομαι; Ποιες δραστηριότητες ή ασκήσεις πρέπει να αποφεύγω, εάν έχω σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα;
Η άσκηση επιτρέπεται σε ασθενείς με σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα, ωστόσο πρέπει να προσαρμόζεται, ώστε να αποφεύγεται η επιβάρυνση του μέσου νεύρου και των δομών του καρπού.
Δραστηριότητες που απαιτούν παρατεταμένη κάμψη ή υπερέκταση του καρπού, σύλληψη αντικειμένων ή επαναλαμβανόμενες κινήσεις (όπως άρση βαρών, push-ups κ.ά. ) καλό είναι να αποφεύγονται, καθώς αυξάνουν την ενδοκαρπιαία πίεση και ενδέχεται να επιδεινώσουν τα συμπτώματα.
Αντίθετα, προτείνονται ήπιες αερόβιες ασκήσεις (π.χ. περπάτημα, ποδήλατο χωρίς στήριξη στους καρπούς, κολύμβηση) και διατατικές ασκήσεις των καμπτήρων και εκτεινόντων μυών του αντιβραχίου, που συμβάλλουν στη βελτίωση της αιματικής ροής και στη μείωση της φλεγμονής. Η καθοδήγηση από φυσικοθεραπευτή είναι ουσιώδης για την επιλογή ασφαλών ασκήσεων και την προοδευτική ενδυνάμωση χωρίς κίνδυνο περαιτέρω συμπίεσης του νεύρου.
Ποια είναι η σωστή στάση χεριών και καρπών όταν δουλεύω σε υπολογιστή;
Η σωστή εργονομική στάση κατά τη χρήση υπολογιστή είναι καθοριστική για την πρόληψη ή τη μείωση των συμπτωμάτων του συνδρόμου καρπιαίου σωλήνα. Οι καρποί πρέπει να διατηρούνται σε ουδέτερη θέση, δηλαδή χωρίς κάμψη ή υπερέκταση, με τις παλάμες να βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο με το πληκτρολόγιο. Η στήριξη των αντιβραχίων μειώνει την πίεση στον καρπιαίο σωλήνα, ενώ το πληκτρολόγιο και το ποντίκι πρέπει να τοποθετούνται κοντά στο σώμα, ώστε να αποφεύγεται η υπερέκταση των αγκώνων και η υπερβολική τάση στους καμπτήρες του καρπού.
Επιπλέον, η χρήση ειδικού στηρίγματος καρπού και η εναλλαγή δραστηριοτήτων ή μικρά διαλείμματα κάθε 30–40 λεπτά συμβάλλουν στη διατήρηση της αιματικής ροής.
Μπορώ να μαγειρεύω ή να κάνω δουλειές του σπιτιού χωρίς να επιδεινώσω τα συμπτώματα;
Η εκτέλεση οικιακών εργασιών, όπως το μαγείρεμα ή το καθάρισμα, είναι δυνατή σε ασθενείς με σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα, υπό την προϋπόθεση ότι αποφεύγονται κινήσεις που προκαλούν παρατεταμένη κάμψη ή επαναλαμβανόμενη πίεση στον καρπό. Δραστηριότητες όπως το άνοιγμα βάζων, το σκούπισμα ή το στύψιμο πανιών μπορεί να αυξήσουν την ενδοκαρπιαία πίεση και να επιδεινώσουν τη συμπίεση του μέσου νεύρου. Συνιστάται η χρήση εργονομικών εργαλείων με παχύτερες λαβές, η συχνή εναλλαγή χεριών, καθώς και η λήψη σύντομων διαλειμμάτων.
Επιπλέον, η αποφυγή παρατεταμένης στήριξης του χεριού σε σκληρές επιφάνειες και η διατήρηση του καρπού σε ουδέτερη θέση μειώνουν τον κίνδυνο επιδείνωσης των συμπτωμάτων. Με την κατάλληλη προσαρμογή των κινήσεων και την καθοδήγηση του θεράποντος ιατρού ή φυσικοθεραπευτή, οι καθημερινές οικιακές δραστηριότητες μπορούν να εκτελούνται με ασφάλεια και χωρίς επιβάρυνση.
Η χρήση νάρθηκα μόνο τη νύχτα είναι αρκετή ή πρέπει να τον φοράω και μέσα στην ημέρα;
Η χρήση νάρθηκα κατά τη διάρκεια της νύχτας αποτελεί τη βασική συντηρητική θεραπευτική προσέγγιση στο σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα, καθώς διατηρεί τον καρπό σε ουδέτερη θέση, μειώνοντας την ενδοκαρπιαία πίεση και ανακουφίζοντας από τις νυχτερινές αιμωδίες και παραισθησίες.
Στις ήπιες έως μέτριες μορφές της πάθησης, η νυχτερινή εφαρμογή είναι συνήθως επαρκής. Ωστόσο, σε περιπτώσεις έντονης ή συνεχούς συμπτωματολογίας, ο νάρθηκας μπορεί να χρησιμοποιείται και κατά τη διάρκεια της ημέρας, ιδίως σε δραστηριότητες που απαιτούν επαναλαμβανόμενη κάμψη του καρπού ή παρατεταμένη χρήση χεριών (π.χ. πληκτρολόγηση, οδήγηση, χειρωνακτική εργασία), μέχρι την χειρουργική αποκατάσταση. Όμως, η παρατεταμένη και αδιάκοπη χρήση πρέπει να αποφεύγεται, καθώς μπορεί να προκαλέσει δυσκαμψία ή μυϊκή αδυναμία. Η διάρκεια και η συχνότητα εφαρμογής του νάρθηκα καθορίζονται εξατομικευμένα από τον θεράποντα ιατρό, ανάλογα με τη βαρύτητα των συμπτωμάτων και την ανταπόκριση στη θεραπεία.