Οστεοπόρωση

Η οστεοπόρωση αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα σύγχρονα ιατροκοινωνικά προβλήματα σε όλο τον κό­σμο, ιδιαίτερα όμως στις χώρες της Δύσης. Αποτελεί παθολογική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από ελάτ­τωση της οστικής μάζας, διαταραχή της μικροαρχιτεκτονικής του οστού και αυξημένο κίνδυνο καταγμά­των.

 

Διαίρεση:
Η οστεοπόρωση είναι δυνατό να διαιρε­θεί σε δύο κατηγορίες
Τη γενικευμένη μορφή
·    πρωτοπαθή
·    δευτεροπαθή
Την τοπική μορφή

1.Γενικεμένη μορφή οστεοπόρωσης:
Στην πρωτοπαθή οστεοπόρωση ανήκουν:
α)    η μετεμμηνοπαυσιακή οστεοπόρωση,
β)    η γεροντική οστεοπόρωση και
γ)    η ιδιοπαθής οστεοπόρωση, που εμφα­νίζεται σε αγόρια και κορίτσια στην εφηβική ηλικία, αλλά και σε νεαρούς ενήλικες άνδρες και γυναίκες και έχει σχετικά περιορισμένη χρονική διάρκεια.
Την δευτεροπαθή οστεοπόρωση την προκαλούν ορισμένες παθήσεις όπως : η νόσος του Cushing, ο διαβήτης, ο υπερπαραθυρεοειδισμός, η χρήση κορτικοειδών,  το Πολλαπλούν Μυέλωμα κ.ά.

 

 

2.Τοπική μορφή οστεοπόρωσης.
Σ' αυτήν ανήκουν η οστεοπόρωση μετά από ακινητοποίηση καταγμάτων, η οστεοπόρωση ή οστική ατροφία Sudeck (αλγοδυστροφία), η ιδιοπαθής παροδική οστεοπόρωση μιας άρθρωσης, κυρίως του ισχίου κ.ά. ( Εικ.1).

Εικ.1 Παροδική οστεοπόρωση (δε) ισχίου, (Ακτινογραφία  και MRI )

Παράγοντες κινδύνου
Διακρίνονται σε: Κύριους και Δευτερεύοντες.

Κύριοι παράγοντες κινδύνου είναι:
1) H ελαττωμένη κορυφαία οστική μάζα και
2)Ο αυξημένος ρυθμός οστικής απώλειας.

Η οστεοπόρωση βασικά προκαλείται από την δια­ταραχή στην ισορροπία ανάμεσα στην οστεοπαραγωγή και την οστική αποδόμηση που συνεχίζεται δια βίου στον ανθρώπινο σκελετό. Φυσιολογικά η οστική μάζα (πυκνότητα) αυξάνεται προοδευτικά όσο ο σκελετός αναπτύσσεται και εξακολουθεί να αυξάνεται μέχρι την ηλικία των 35 περίπου ετών, οπότε φθάνει στο μέγιστο επίπεδο. Η κορυφαία αυτή οστική μάζα  επηρεάζεται σημαντικά από τη διατροφή, το φύλο, τη φυλή, τη μυϊκή άσκηση και βεβαίως τη φυσιολογική λειτουργία των διαφόρων οργάνων του σώματος. Έτσι η κορυφαία οστική μάζα στους άνδρες είναι 20-30% μεγαλύτερη παρά στις γυναίκες και 10-20% μεγαλύ­τερη στη μαύρη φυλή σε σχέση προς την λευκή. Μετά την ηλικία των 35 περίπου ετών αρχίζει βαθμιαία απώλεια οστικής μάζας που αποτελεί φυσιο­λογικό φαινόμενο και συνεχίζεται με διακυμάνσεις σε όλη την υπόλοιπη ζωή. Ο ρυθμός απώλειας είναι αρχικά ίδιος στους άνδρες και στις γυναίκες και κυμαίνε­ται από 0,3-0,5% το χρόνο. Το φυσιολογικό αυτό ρυθμό απώλειας ακολουθεί στις γυναίκες φάση επιταχυνόμενης οστικής απώλειας της τάξεως του 2-3% το χρόνο, που αρχίζει στην περίοδο της εμμηνόπαυσης και συνδέεται στενά με την ελάττωση του επιπέδου των οιστρογόνων στο αίμα. Η φάση αυτή σύμφωνα με τις υπάρχουσες μέχρι σήμερα γνώσεις διαρκεί 6-10 χρόνια, οπότε επανέρχεται σε βραδύ ρυθμό οστικής απώλειας που φθάνει το 0,3-0,5%. Σε μερικές γυναί­κες (20%) ο ρυθμός αυτός οστικής απώλειας είναι με­γαλύτερος του 3% (έως 7%) (fast bone loosers). Στις γυναίκες   αυτές   η οστεοπόρωση   πρέπει έγκαιρα να διαγνωσθεί και να αντιμετωπισθεί. Όταν η κορυφαία οστική μάζα (πυκνότητα) είναι μεγάλη και ο ρυθμός οστικής απώλειας φυσιολογικός, δε δημιουργείται οστεοπόρωση. Οστεοπόρωση δη­μιουργείται, όταν η οστική μάζα ενός ατόμου που φθάνει το μέγιστο στην ηλικία των 35 περίπου ετών είναι χαμηλή ή όταν ο ρυθμός οστικής απώλειας είναι αυξημένος ή υπάρχει συνδυασμός και των δύο. Γι' αυ­τό η φιλοσοφία της σύγχρονης αντιμετώπισης της οστεοπόρωσης συγκεντρώνεται στους δύο αυτούς στόχους, δηλαδή την μεγιστοποίηση της κορυφαίας οστικής μάζας (πρωτογενής πρόληψη) και την ελαχιστοποίηση των οστικών απωλειών (δευτερογενής πρόληψη).

Δευτερεύοντες παράγοντες κινδύνου της εμφάνι­σης οστεοπόρωσης είναι:
1. Η Εμμηνόπαυση στις γυναίκες : Φυσιολογική ή Χειρουργική λόγω ελάττωσης του επιπέδου των οι­στρογόνων.       
2. Χρόνια ανεπάρκεια πρόσληψης ασβεστίου αλλά και ανεπαρκή απορρόφησή του από το έντερο και καθήλωση του στα οστά (κυρίως λόγω έλλειψης βιτα­μίνης D).
3. Ο περιορισμός της φυσιολογικής κίνησης (βά­δισμα, τρέξιμο), που είναι αποτέλεσμα της μηχανοποίησης της ζωής μας (αυτοκίνητα, ηλεκτρικά πλυντήρια, ηλεκτρικές σκούπες, πλυντήρια πιάτων κτλ), στερεί το μυοσκελετικό σύστημα από το σπουδαιότερο ερέθι­σμα που συμβάλλει στη διάπλαση και ανακατασκευή του σκελετού σε όλη τη διάρκεια της ζωής. Η υπερβολική εντούτοις άσκηση σε νέα κορίτσια, αθλήτριες, μπορεί να προκαλέσει αμηνόρροια με αποτέλεσμα ελάττωση τις οστικής πυκνότητας.
4.    Αυξημένη κατανάλωση πρωτεϊνών (κρεατοφαγία), διότι αυξάνει την αποβολή ασβεστίου από τα ούρα. Είναι ένας από τους παράγοντες που εξηγεί τη μεγαλύτερη συχνότητα οστεοπόρωσης στις χώρες της Δύσης.
5.    Το κάπνισμα :Υπάρχουν σήμερα σαφείς ενδεί­ξεις ότι σε καπνίστριες γυναίκες ο ρυθμός οστικής απώλειας είναι αυξημένος με αποτέλεσμα αυξημένη συχνότητα καταγμάτων στους σπονδύλους. Το τελευ­ταίο πιθανώς οφείλεται σε:
α) Επιτάχυνση καταστροφής των οιστρογόνων,
β) ελάττωση της δραστηριότητας των οστεοβλαστών και
γ) πρόωρη εμμηνόπαυ­ση·   
6. Κατάχρηση οινοπνευματωδών ποτών συνδυά­ζεται πολύ συχνά με οστεοπόρωση τόσο σε άνδρες όσο και σε γυναίκες. Αυτό οφείλεται πιθανώς σε άμε­ση τοξική δράση του οινοπνεύματος πάνω στους οστεοβλάστες καθώς και στην ελάττωση της απορρόφησης του ασβεστίου από το έντερο, επειδή το οινό­πνευμα επηρεάζει τον μεταβολισμό της βιταμίνης D.
7. Κατάχρηση καφέ, τσαγιού επειδή προκαλούν ασβεστιουρία.
8. Το φύλο : Η οστεοπόρωση είναι συχνότερη στις γυναίκες παρά στους άνδρες.
9. Η φυλή: Παρατηρείται συχνότερα στους λευκούς παρά στους μαύρους, επειδή οι τελευταίοι έχουν μεγαλύτερη οστική μάζα.
10. Οικογενής προδιάθεση: Υπάρχουν οικογέ­νειες με πολλά μέλη που πάσχουν από οστεοπόρωση χωρίς να διαπιστώνεται παθολογική αιτία.
11. Ιδιοσυστασία: Η οστεοπόρωση είναι συχνότε­ρη σε μικρόσωμες λεπτές γυναίκες, με ξανθά μαλλιά και λεπτή επιδερμίδα. Σπάνια, παρατηρείται σε παχιές γυναίκες. Το αυξημένο σωματικό βάρος ελαττώνει τον ρυθμό οστικής απώλειας,
α)   λόγω μηχανικής επιβά­ρυνσης της σπονδυλικής στήλης και των κάτω άκρων και
β) επειδή μεγάλες ποσότητες λίπους συμβάλλουν στην μετατροπή των επινεφριδιακών ανδρογόνων σε οιστρογόνα.

Συχνότητα:
Στην Ελ­λάδα  έχει βρεθεί ότι σε άτομα άνω των 60 χρόνων 19% των γυναικών και 11 % των ανδρών παρουσιάζουν οστεοπόρωση.

Κλινική εικόνα:
Η οστεοπόρωση - όπως και η υπέρταση - εξελίσσεται προοδευτικά για μακρό χρονι­κό διάστημα χωρίς κλινικές εκδηλώσεις. Έχει χαρακτηριστικά λεχθεί ότι «αν η υπέρταση είναι ο ύπουλος δολοφόνος η  οστεοπόρωση είναι ο ύπουλος κλέφτης. Διάχυτοι επίμονοι, ήπιας έντασης πόνοι στην πλάτη (ραχιαλγία), ιδιαίτερα σε γυναίκες άνω των 45 ετών, στην οσφυϊκή χώρα (οσφυαλγία) αποτελούν τις πρώτες κλινικές εκδηλώσεις. Μερικές φορές μεσολαβούν οξέα επώδυνα επεισόδια που οφείλονται σε μικροδοκιδικά κατάγματα. Ο πόνος σ' αυτές τις περι­πτώσεις επιτείνεται ζωστηροειδώς κατά μήκος των πλευρών, δεν βελτιώνεται με την κατάκλιση και υποχωρεί μετά 3-4  εβδομάδες.  Έρευνες στις Η.Π.Α έδειξαν ότι η οστεοπόρωση είναι υπεύθυνη για την οσφυαλγία σε 15% των ατόμων ηλικίας άνω των 50 ετών και σε 50% εκείνων που πέρασαν τα 75. Καθώς η πάθηση προχωρεί, οι κινήσεις της ΣΣ περιορίζονται σε μεγάλο βαθμό και είναι επώδυνες. Αρκετά συχνά σε μεγάλης ηλικίας άτομα παρατηρείται προοδευτική παραμόρφωση της ΣΣ σε κάμψη (χαρακτηριστική κύφωση).Πολλές φορές αιφνίδιος πόνος στην θωρακική η οσφυϊκή μοίρα της ΣΣ, κατά τη διάρκεια μιας φυσιολο­γικής κίνησης ή άρσης μικρού βάρους, αποτελεί την πρώτη κλινική εκδήλωση, που οδηγεί σε έλεγχο και διάγνωση της πάθησης με την αποκάλυψη ενός συμ­πιεστικού κατάγματος. Το κάταγμα αυτό μπορεί να αφορά σε ένα ή περισσότερους σπονδύλους, οπότε:
α) Οδηγεί σε ελάττωση του ύψους του ατόμου που μπορεί προοδευτικά να φθάσει τα 10 ή και 20 εκ.
β) Εφόσον η εντόπιση είναι στη θωρακική μοίρα της ΣΣ, προκαλεί μόνιμη παραμόρφωση σε πρόσθια κάμψη (κύφωση).
γ) Δημιουργεί παραλυτικό ειλεό σε σπάνιες περιπτώσεις, αν το κάταγμα εντοπίζεται στη θωρακοοσφυικη μοίρα της ΣΣ λόγω ερεθισμού από το οπισθοπεριτοναϊκό αιμάτωμα.
Εκτός από τα κατάγματα της ΣΣ η οστεοπόρωση είναι αιτία, στο μεγαλύτερο ποσοστό (70%), των διατροχαντηρίων καταγμάτων και εκείνων του αυχένος του μηριαίου καθώς και των καταγμάτων του περιφε­ρικού άκρου της κερκίδας ή του κεντρικού άκρου του βραχιονίου. Δεν πρέπει όμως να λησμονείται ότι σημαντικό ρόλο στην πρόκληση αυτών των καταγμά­των παίζουν οι συχνές πτώσεις στα ηλικιωμένα άτομα, λόγω της διαταραχής της ισορροπίας και της μυϊκής ασυνεργίας. Το 20-30% των κρεβατιών στις ορθοπαιδικές   κλινικές   καταλαμβάνεται   από  ηλικιωμένα άτομα  με  κάταγμα διατροχαντήριο  ή αυχένος  μηριαίου, γεγονός το οποίο προσδιορίζει την έκταση των κοινωνικών και οικονομικών επιπτώσεων από  την οστεοπόρωση.

Διάγνωση:
Η διάγνωση της οστεοπόρωσης θα στηριχθεί στην κλινική εξέταση και σε λεπτομερή ακτινολογικό και εργαστηριακό έλεγχο.
Η κλινική εξέταση περιλαμβάνει λεπτομερές ιστορικό αναφορικά με την ηλικία έναρξης του πόνου την εντόπιση και τη μορφή του, την ύπαρξη φυσιολογικής ή χειρουργικής εμμηνόπαυσης στις γυναίκες, την ύπαρξη ή όχι οικογενειακής προδιάθεσης, το είδος της τροφής (ποσότητα ασβεστίου), τη λήψη φαρμάκων που προκαλούν οστεοπόρωση (κορτιζόνη), το βαθμό φυσιολογικής άσκησης, τη χρήση καπνού, την κατά­χρηση οινοπνευματωδών κλπ.

Ακτινολογικός έλεγχος:
Για να διαγνωσθεί η οστεοπόρωση με τις συνήθεις-ακτινογραφίες, πρέπει ο σκελετός να έχει χάσει το 30% τουλάχιστο της μά­ζας του.
Τα κατάγματα της ΣΣ απεικονίζονται, με τη μορ­φή συνολικής καθίζησης του σώματος ενός ή περισ­σοτέρων σπονδύλων, ή με τη μορφή σφηνοειδούς, πα­ραμόρφωσης με κύφωση στη θωρακική μοίρα της ΣΣ, ή ως αμφίκοιλη διαμόρφωση των σωμάτων των σπον­δύλων από συμπίεση στην οσφυϊκή μοίρα της ΣΣ (Εικ. 2). Οι εργαστηριακές μέθοδοι που χρησιμοποιούνται σήμερα στην οστεοπόρωση στηρίζονται στη μέτρηση της οστικής πυκνότητας με σκοπό τόσο τη διάγνωση της πάθησης, όσο και την εκτίμηση της αποτελεσματικότητας μιας θεραπείας που εφαρμόζεται. Οι τεχνικές αυτές είναι:

1) Η απλή φωτονιακή απορροφησιομέτρηση (SPA) .
Χρησιμοποιεί ραδιενεργό πηγή με το ισότοπο ιώ­διο 125. Μετρά την απορρόφηση φωτονίων απλής ενέργειας σε οστά που καλύπτονται από λίγα μαλακά μόρια όπως η κερκίδα και η πτέρνη.
2) Η διπλή φωτονική απορροφησιομέτρηση (DPA).
Διαθέτει ραδιενεργό πηγή με το ισότοπο Gadolinoum 153 που εκπέμπει φωτόνια διπλής ενέργειας. Η ραδιενέργεια και με τις δυο μεθόδους είναι ελάχιστη, ενώ η ακρίβεια πολύ υψηλή.


Εικ 2:  Οστεοπόρωση οσφυϊκής μοίρας ΣΣ: α) Αρχομένη, διακρίνεται η κάθετη δοκίδωση των σωμάτων των σπονδύλων, β) Προχωρημένη με αμφίκοιλη διαμόρφωση των σπονδύλων.


3. Η διπλή απορροφησιομέτρηση με ακτίνες Χ (DΕΧΑ).
Είναι νεότερη μέθοδος και χρησιμοποιεί πηγή ακτινών Χ αντί της πηγής ισοτόπων. Είναι περισσότε­ρο ακριβής και λιγότερο χρονοβόρος από την προη­γούμενη. Μετρά οστική πυκνότητα στην ΟΜΣΣ και στο ισχίο.
4. Η ποσοτική αξονική τομογραφία (QCT).
Μετρά την οστική πυκνότητα στο σπονδυλικό σώ­μα. Είναι ακριβής μέθοδος ειδικά για τη μελέτη του σπογγώδους οστού, ακτινοβολία όμως είναι σημα­ντικά μεγαλύτερη από τις δύο προηγούμενες μεθό­δους.

Βιοχημικός έλεγχος:
Η υδροξυπρολίνη παράγεται από αποδόμηση του κολλαγόνου των οστών και απεκκρίνεται δια των ούρων (10%). Η συλλογή εντούτοις των ούρων του 24ωρου για μέτρηση αποτελεί χρονο­βόρο εργασία, γι' αυτό σήμερα προτιμάται η μέτρηση της σχέσης υδροξυπρολίνης-κρεατινίνης που γίνεται σε μικρή ποσότητα ούρων.Σε περιπτώσεις οστεοπόρωσης με ταχεία οστική αποδόμηση είναι δυνατό να διαπιστωθεί αύξηση του ασβεστίου και της υδροξυπρολίνης των ουρων. Στον ορό του αίματος ελέγχονται η αλκαλική φωσφατάση και η οστεοκαλσινη που αποτελούν δείκτες οστέοκλάστικής δραστηριότητας και κατά συνέπεια σχηματισμού νέου οστο.Εκτός από την οστεοβλαστική δραστηριότητα υπάρχουν και άλλες αιτίες αύξησης της αλκαλικής φωσφατάσης που είναι δυνατό να καταστήσουν δύ­σκολη την αξιολόγηση της. Γι' αυτό σήμερα αναπτύ­χθηκαν τεχνικές μέτρησης της αλκαλικής φωσφατά­σης που προέρχεται ειδικά από το οστό. Τελευταία χρησιμοποιούνται μέθοδοι ανίχνευσης κλασμάτων πεπτιδίων στο πλάσμα του αίματος που ίσως αποδειχθούν χρήσιμοι δείκτες οστικής δόμησης. Η Βιοψία λαγονίου, χρησιμοποιείται ολοένα και λι­γότερο συχνά, διότι είναι επεμβατική μέθοδος και όχι αξιόπιστη.

Πρόληψη - Θεραπεία:
Η οστεοπόρωση είναι δυ­νατό να προληφθεί. Η δημιουργία της, όπως έχει ήδη λεχθεί, εξαρτάται από δύο βασικούς παράγοντες: Την κορυφαία οστική μάζα που ολο­κληρώνεται στα 35 περίπου χρόνια, και το ρυθμό οστι­κής απώλειας. Όσο δηλαδή μεγαλύτερη είναι η κορυφαία οστική μάζα και όσο μικρότερος ο ρυθμός οστικής απώλειας, τόσο λιγότερες είναι οι πιθανότητες να εμφανισθεί οστεοπόρωση.
Η πρόληψη λοιπόν έχει ως στόχο την κατά το δυ­νατόν μεγαλύτερη αύξηση της κορυφαίας οστικής μά­ζας και την ελάττωση του ρυθμού οστικής απώλειας με όλα τα μέσα που διαθέτει σήμερα η ιατρική.
Τα μέσα αυτά είναι: Άσκηση, σωστή διατροφή και φάρμακα.

1.Άσκηση:
Οι ασκήσεις, κάτω από την επίδραση του βάρους του σώματος που αφορούν στη ΣΣ και τα άκρα, αυξάνουν την κορυφαία οστική πυκνότητα και ελαττώνουν τον ρυθμό απώλειας σε νέα άτομα. Οι αθλητές έχουν μεγαλύτερη οστική μάζα, σε σχέση με εκείνους που δεν αθλούνται.
Σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες το καθημερινό  βάδισμα μιας ώρας ή τουλάχιστο τρεις-τέσσερις φο­ρές την εβδομάδα βοηθά στον περιορισμό της οστικής απώλειας και επομένως στη διατήρηση της οστικής μάζας. Δεν είναι όμως δυνατό να αντικαταστήσει εξο­λοκλήρου την έλλειψη των οιστρογόνων που είναι υπεύθυνα για την οστική απώλεια. Το τελευταίο επι­βεβαιώνεται από την παρατήρηση σε αθλήτριες που παρουσιάζουν αμμηνόρροια εξ αιτίας των συνεχών ασκήσεων, οι οποίες έχουν απώλεια οστικής μάζας παρά τη συνέχιση των ασκήσεων.
Ανεξάρτητα από την παρατήρηση αυτή η βάδιση και η άσκηση κάτω από την επίδραση του βάρους του σώματος αποτελεί το καλύτερο μέσο για τη διατήρηση ή και αύξηση της οστικής μάζας. Ακόμη και τα μεγά­λης ηλικίας άτομα βοηθούνται από τη βάδιση και άσκηση, όχι μόνο γιατί ελαττώνουν την οστική απώλεια, αλλά επιπλέον διότι, διατηρώντας το μυϊκό τους σύστημα σε καλή κατάσταση, αποφεύγουν τις πτώσεις που είναι υπεύθυνες σε σημαντικό ποσοστό για τα κατάγματα ανεξάρτητα από την οστεοπόρωση. Αναφορικά, με την κολύμβηση παρόλο που βοη­θάει στην άσκηση του μυϊκού συστήματος και την κινητικότητα των αρθρώσεων, δε φαίνεται να επηρεάζει ιδιαίτερα την πρόληψη ή θεραπεία της οστεοπόρω­σης, επειδή η κίνηση, δε γίνεται κάτω από την επίδρα­ση του Βάρους του σώματος.   
2.Διατροφή:
Τροφή με επαρκή ποσότητα ασβε­στίου είναι απαραίτητη για την επίτευξη και διατήρηση της κορυφαίας οστικής μάζας. Το γάλα και τα παράγωγα του αποτελούν την κα­λύτερη πηγή ασβεστίου. Ένα κυβικό εκατοστό γάλα περιέχει ένα χιλιοστό του γραμμαρίου ασβέστιο. Τα λαχανικά και ιδιαίτερα το σπανάκι εμποδίζουν την απορρόφηση του ασβεστίου λόγω των οξαλικών που περιέχουν.
Αποφυγή υπερβολικής κατανάλωσης πρωτεϊνών (κρεατοφαγία), καπνίσματος, καθώς και οινοπνευμα­τωδών, για τους λόγους που έχουν ήδη αναφερθεί.
3. Φάρμακα:
Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόλη­ψη και θεραπεία της οστεοπόρωσης είναι δυνατό να διακριθούν σε:   
Α. Αντιοστεολυτικά   (αναστολή   δράσης οστεοκλαστών)
Οιστρογόνα
Καλσιτονίνη
Διφωσφονικά
Β. Οστεοπαραγωγικά (ενεργοποίηση οστεοβλαστων)
Φθόριο
Αναβολικά
Γ. Τροποποιητικά του μεταβολισμού του ασβεστίου
Ασβέστιο
Παραθορμόνη
Βιταμίνη D
δ. Μικτά σχήματα
Α. Αντιοστεολυτικά φάρμακα:
Οιστρογόνα:
Αποτε­λούν το πιο αποτελεσματικό φάρμακο για πρόληψη της οστικής απώλειας σε γυναίκες μετά την εμμηνό­παυση. Εμποδίζουν την οστική αποδόμηση και έτσι ελαττώνουν την απώλεια οστικής μάζας. Τα ευεργετι­κά τους αποτελέσματα εξακολουθούν όσο η θεραπεία συνεχίζεται. Τα οιστρογόνα χρησιμοποιούνται επί­σης στη θεραπεία της εγκατεστημένης οστεοπόρω­σης. Αναφορικά με τους κινδύνους από την χορήγηση οιστρογόνων δεν έχει αποδειχθεί ότι αυξάνουν τον  κίνδυνο καρκίνου του μαστού στις γυναίκες. Η μακροχρόνια όμως χορήγηση αυξάνει τον κίνδυνό αιμορραγιών και πιθανώς καρκίνου της μήτρας. Η χορήγηση των οιστρογόνων σε συνδυασμό με προγεστερόνη) φαίνε­ται ότι περιορίζει αυτό τον κίνδυνο.
Καλσιτονίνη:
Παράγεται από τα κύτταρα του θυ­ρεοειδούς. Ελαττώνει την οστική αποδόμηση και επομένως τα επίπεδα του ασβεστίου του αίματος (δράση ανταγωνιστική προς την παραθορμόνη) ιδιαίτερα σε ασθενείς με υψηλό οστικό μεταβολισμό. Δεν έχει εντούτοις αποδειχθεί ότι η καλσιτονίνη αυξάνει την οστική μάζα.

Η δεύτερη σημαντική δράση της καλσιτονίνης είναι η αναλγητική. Η καλσιτονίνη επίσης είναι αποτελε­σματική στην αντιμετώπιση της οστικής απώλειας που παρατηρείται κατά την μακρά χορήγηση κορτικοειδών. Για την αντιμετώπιση της οστεοπόρωσης η καλσι­τονίνη χορηγείται υπό μορφή εισπνοών από  τη μύτη σε δόσεις 100 mg ημερησίως, ή κάθε δεύτερη ημέρα. Η κυκλική θεραπεία με χορήγηση 2-3 μηνών, διακοπή για αντίστοιχο χρονικό διάστημα και επαναχορήγηση, φαίνεται ότι είναι εξ ίσου απο­τελεσματική όπως και η συνεχής χορήγηση και έχει το πλεονέκτημα ότι με τον τρόπο αυτό δεν δημιουργείται αντίσταση στη θεραπεία. Συνδυάζεται πάντα με χορή­γηση ασβεστίου.

Διφωσφονικά
Τα διφωσφονικά (όπως Αledronate) αποτελούν μια άλλη κατηγορία φαρμάκων που χρη­σιμοποιούνται τα τελευταία χρόνια στην αντιμετώπιση της οστεοπορώσεως. Έχει αποδειχθεί ότι αναστέλ­λουν δραστικά την οστική αποδόμηση δρώντας πάνω στους οστεοκλάστες και ελαττώνουν την συχνότητα καταγμάτων των σπονδύλων σε γυναίκες με μετεμμηνοπαυσιακή οστεοπόρωση. Το Αledronate έχει το μειονέκτημα αυτό πρέπει όμως να χορηγείται το πρωί μισή ώρα προ του γεύμα­τος. Στο διάστημα αυτό ο άρρωστος πρέπει να αποφύ­γει την κατάκλιση, λόγω του περιορισμένου μεν αλλά υπαρκτού κινδύνου οισοφαγίτιδας.

Β. Τα Οστεοπαραγωγικά φάρμακα:
Φθόριο :
Το φθόριο αυξάνει τον αριθμό και τη δραστηριότητα των οστεοβλαστών. Το οστούν που σχηματίζεται είναι μικρότερης αντοχής, ίσως επειδή η ποιότητα του είναι διαφορετική από εκείνη του φυσιο­λογικού και εξαρτάται στενά από τη δόση. Η σύγχρονη/ χορήγηση ασβεστίου ενισχύει τη δράση του φθορίου προς τη σωστή κατεύθυνση. Μειονεκτήματα επίσης του φαρμάκου είναι ότι σε 25% δεν φέρνει αποτέλε­σμα και σε 30% προκαλεί γαστρεντερικές διαταραχές καθώς και πόνους στα κάτω άκρα, ιδιαίτερα στις αρ­θρώσεις.
Αναβολικά στεροειδή:
Είναι συνθετικά παράγωγα των   φυσιολογικών   ανδρογόνων    έχουν   ισχυρότερη δράση στη σύνθεση των πρωτεϊνών και μικρότερη αρρενοποιητική. Ελαττώνουν την οστική αποδόμηση και , αυξάνουν την οστική μάζα σ' ολόκληρο το σκελετό σε άτομα με οστεοπόρωση. Παρενέργειες:  βράγχος της φωνής, υπερτρίχωση, κατακράτηση Νατρίου και ύδατος.
Γ. Τροποποιητικά του μεταβολισμού του ασβε­στίου:
Ασβέστιο:
Η επαρκής λήψη ασβεστίου είναι αναγκαία για τη φυσιολογική ωρίμανση του σκελετού και επίτευξη υψηλότερης κορυφαίας οστικής μάζας. Είναι απαραίτητο σε όλα τα στάδια της ζωής, ιδιαίτερα όμως κατά την παιδική και εφηβική ηλικία, την εγκυ­μοσύνη, το θηλασμό, την περιεμμηνοπαυσιακή περίο­δο, καθώς και την προχωρημένη ηλικία. Έχει αποδει­χθεί ότι η απορρόφηση του ασβεστίου από το γαστρεντερικό σωλήνα ελαττώνεται όσο αυξάνει η ηλικία. Γι' αυτό τα ηλικιωμένα άτομα είναι ανάγκη να παίρνουν περισσότερο ασβέστιο με τις τροφές καθώς και βιταμίνη D για να διατηρήσουν θετικό ισοζύγιο ασβεστίου.
Οι ημερήσιες απαιτήσεις του οργανισμού σε ασβέστιο είναι 800-1000 mg, που αυξάνονται ανάλογα κατά τις προαναφερθείσες περιόδους της ζωής. Λαμ­βάνονται κυρίως με το γάλα.
Βιταμίνη D:
Η βιταμίνη D δεν φαίνεται ότι παίζει άμεσο ρόλο στην πρόληψη ή θεραπεία της οστεοπό­ρωσης. Η δράση της είναι έμμεση, διότι διευκολύνει την απορρόφηση του ασβεστίου από το έντερο σε άτομα που έχουν έλλειψη βιταμίνης ϋ κυρίως ηλικιω­μένα (ατελής πρόσληψη και έκθεση στον ήλιο).
Δ. Μικτά σχήματα:
Τα τελευταία χρόνια χρησιμοποιούνται σχήματα συνδυασμένης θεραπείας που θεωρητικά παρέχουν δυνατότητα μεγαλύτερης αύξησης της οστικής πυκνότητας σε σχέση προς θεραπείες με τη χρήση ενός μόνο φαρμάκου.