Γάγγλιο

Τα γάγγλια ήσαν γνωστά από την εποχή του Ιπποκράτη ο οποίος τα ονόμαζε «μυξοειδή σάρκα». Κατά τη διάρκεια των αιώνων έγιναν πολλές υποθέσεις για να εξηγήσουν τελικά την προέλευση τους.

Κατά καιρούς νόμιζαν ότι ήσαν νεοπλάσματα, ορογόνοι κύστεις ή ακόμη μυξοματοειδείς εκφυλίσεις του συνδετικού ιστού. Εκφράστηκαν πολλές υποθέσεις ως προς την προέλευση τους, όπως κήλη του τενοντίου ελύτρου ή αρθρικού θυλάκου, νεοπλασία και βλεννώδης εκφύλιση του ινώδους ιστού. Το 1872, ο Volkmann , περιγράφοντας τα γάγγλια, παρατήρησε ότι προέρχονται από κήλες των αρθρικών θυλάκων. Η θεωρία του αυτή επιβεβαιώθηκε το 1971 από τους Andren και Eiken, οι οποίοι αποκάλυψαν την επικοινωνία του μέσω αυλοειδών σωλήνων με τους αρθρικούς θυλάκους. Η αιτιολογία του απλού γαγγλίου ακόμη και σήμερα παραμένει ασαφής και οι περισσότεροι ερευνητές έχουν καταλήξει σε τρεις κυρίως εκδοχές:
α) Τα γάγγλια προέρχονται από προβολές ορογόνου υμένα,
β) Είναι κυστικά μορφώματα,
γ) Είναι νεοπλασματικές ή εκφυλιστικές κύστεις.

 

 

Εικ.1 : Συνήθη  σημεία εμφάνισης Γαγγλίου

Σήμερα, η επικρατούσα θεωρία είναι ότι το γάγγλιο προέρχεται από διάφορα μεσεγχυματικά κύτταρα, τα οποία εκκρίνουν και το περιεχόμενο υγρό. Τα γάγγλια αποτελούν τις συχνότερες κυστικές διογκώσεις των μαλακών μορίων του χεριού και του καρπού και αντιστοιχούν στα 2/3 των καλοηθών όγκων του χεριού, που συνδέονται στενά με τις αρθρώσεις ή τα τενόντια έλυτρα και περιέχουν μυξοειδές υλικό.
Τα συχνότερα απαντώμενα γάγγλια βρίσκονται στη ραχιαία επιφάνεια του καρ­πού, σε ποσοστό 60-70 % και εξορμώνται από τη σκαφο-μηνοειδή άρθρωση( Εικ 2). Έπονται τα γάγγλια της πρόσθιας επιφανείας του καρπού τα οποία εξορμώνται  από την κερκιδο-καρπική άρθρωση ή από την σκάφο- πολυγωνική άρθρωση.

Εικ.2 : Γάγγλιο ραχιαίας επιφάνειας καρπού

Η τρίτη σε συχνότητα περιοχή προέρχεται από το έλυτρο των καμπτήρων τενόντων των δακτύλων. Τα γάγγλια της περιοχής του καρπού προκαλούν τις περισσότερες φορές κοσμη­τικές διαταραχές και πόνο όταν «αναφύονται». Πολλοί ασθενείς, παρά τη διαβεβαί­ωση τους ότι είναι καλοήθεις όζοι, τρομοκρατούνται με τον όγκο τους, φοβούμενοι για κάποια κακοήθεια. Μπορεί να γίνει αντιληπτό ξαφνικά ή να εμφανιστεί σταδιακά, ενώ το μέγεθός ου αυξομειώνεται, ανάλογα με το πόσο κουράζουμε το χέρι μας. Τα γάγγλια (Εικ.3) έχουν λεία και διαφανή επιφάνεια από ινώδη ιστό και τοίχωμα ποικί­λου πάχους, το οποίο περιέχει μια διαυγή μυξοειδή ουσία, αποτελούμενη από γλυκοζαμίνη, αλβουμίνη, γκλομπουλίνη και υψηλής πυκνότητας υαλουρονικού οξέως. Αποτε­λούν δε πολύχωρες κύστεις ή ακόμη και μονόχωρες όταν αφορούν εις τα τενόντια έλυτρα.

Εικ.3 :  Γάγγλιο της ράχης του καρπού, που εξορμάται από την περιοχή του σκάφο - μηνοειδούς χώρου.

Τα ραχιαία γάγγλια προέρχονται κυρίως από εγκολπώματα των αρθρικών θυλά­κων, προκαλούμενα από υπερέκκριση αρθρικού υγρού λόγω κάποιας φλεγμονής και μπορεί να είναι και πολύχωρα. Τα γάγγλια της ράχης του καρπού και ιδίως αυτών που βρίσκονται στην κερκιδική περιοχή της ανατομικής ταμβακοθήκης, περιβάλλουν την κερκιδική αρτηρία κατά τη δίοδο της στην περιοχή αυτή και χρειάζεται μεγάλη προσοχή κατά τη χειρουργική τους αφαίρεση, διότι είναι δυνατόν να διατάμουν τυχαίως την αρτηρία.
Έχει παρατηρηθεί ότι τα γάγγλια των καμπτήρων τενόντων είναι συχνά σε χείρι­στος γραφομηχανών, κομπιούτερ ή και μουσικών οργάνων και αποδίδονται σε επα­νειλημμένους μικροτραυματισμούς, όταν η συχνή κάμψη των δακτύλων προκαλεί, λόγιο τριβής στον Α1 τενόντιο σύνδεσμο (pulley), υπερπαραγωγή υγρού και κήλη του ορογόνου υμένος του τένοντα.
Τα γάγγλια των τενοντίων ελύτρων στην καμπτική επιφάνεια των δακτύλων και του αντίχειρα είναι μικρά, σε μέγεθος κόκκου σίτου. Είναι σκληρά, επώδυνα οζίδια και εμφανίζονται στη βάση της παλαμιαίας επιφάνειας του δακτύλου, στο μέσο της πρώτης φάλαγγας και στη μετακαρπο-φαλαγγική άρθρωση. Είναι σταθερά και δεν κινούνται με την κίνηση του τένοντος. Καλούνται “Seed ganglia”, “Pearl ganglia”  ή και "σησαμοειδή" και δεν παρουσιάζουν αύξηση του μεγέθους τους με την πάροδο του χρόνου. Πιστεύεται επίσης ότι είναι αποτέλεσμα επαγγελματικής μικροκακώσεως που συμβαίνει σε χειριστές πληκτρομηχανών. Οι κακώσεις αυτές προκαλούν εκφύλιση των κολλαγόνων ινών, γι' αυτό και πολλοί ερευνητές τα κατατάσσουν στις εκφυλιστι­κές κύστεις.

Η διάγνωση του γαγγλίου είναι σχετικά εύκολη λόγω της θέσης όπου αναπτύσσο­νται, της μαλθακότητας και της διαφάνειας σε φως. Μερικές φορές είναι απαραίτητη η λήψη ακτινογραφιών, για να αποκλειστεί η ύπαρξη αρθρίτιδας ή ο όγκος των οστών και η διενέργεια υπερήχου προκειμένου να καθοριστεί η υφή του μορφώματος (αιμαγγείωμα, λίπωμα κτλ) .

Η θεραπεία των γαγγλίων είναι συντηρητική και χειρουργική.
Τα γάγγλια έχουν μεγάλο ποσοστό επανεμφάνισης, δηλαδή υποτροπής. Οι λόγοι που θα μας οδηγήσουν στην αντιμετώπισή τους είναι :
- Αισθητικοί
- Πόνος από την πίεση των νεύρων ή από τη τριβή των τενόντων
Η συντηρητική θεραπεία τα παλιά χρόνια, γινόταν με την τοποθέτηση νομίσματος επί του γαγγλίου και διάσπαση του με ισχυρό πλήγμα σφυριού ή γρόνθου.
Σήμερα γίνεται παρακέντηση του γαγγλίου με μία λεπτή βελόνα, πλήρωση του γαγγλίου με τοπικό αναισθητικό και στεροειδή, και διάσπαση του τοιχώματος με πολ­λαπλές τρύπες από τη βελόνα σε διάφορες κατευθύνσεις. Η θεραπεία αυτή είναι ικα­νοποιητική, ταχύτατη και δεν αφήνει ουλές. Τυχόν υποτροπές αντιμετωπίζονται με το ίδιο τρόπο.
Η χειρουργική θεραπεία είναι η ριζική εξαίρεση του γαγγλίου, συνήθως σε επι­πόλαια γάγγλια, με τοπική αναισθησία , σε πλήρως εξοπλισμένη κλινική. Διαρκεί συνήθως γύρω στα 20 λεπτά.
Ο ασθενής δεν χρειάζεται να παραμείνει στη κλινική και φεύγει αμέσως μετά για το σπίτι του. Οι κινήσεις των δακτύλων ενθαρρύνονται από την πρώτη στιγμή.
Η πρώτη αλλαγή γίνεται στο ιατρείο, μετά από τρεις – τέσσερις μέρες, όταν τοποθετείται μια πιο ελαφριά περίδεση. Τα ράμματα αφαιρούνται στις δύο βδομάδες στο ιατρείο.
Στη δουλειά επανέρχεστε σχεδόν αμέσως μετά, όταν έχει υποχωρήσει ο πόνος και έχετε ανακτήσει τη δύναμη του καρπού.

Επιπλοκές
Μια μικρή ευαισθησία πάνω στη χειρουργική τομή υποχωρεί με την πάροδο του χρόνου. Στα γάγγλια, πάντα υπάρχει η πιθανότητα της επανεμφάνισής τους, στο ίδιο ή σε διαφορετικό σημείο.